Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
projeter
01
σχεδιάζω, προγραμματίζω
prévoir ou avoir l'intention de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
projette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
projetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
projetterai
ενεστώτα μετοχή
projetant
παθητική μετοχή
projeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
projetions
Παραδείγματα
Ils projettent de partir en vacances cet été.
Σχεδιάζουν να πάνε διακοπές αυτό το καλοκαίρι.
02
προβάλλω, εμφανίζω
montrer une image , un film ou une vidéo sur un écran
Παραδείγματα
Le cinéma projette un nouveau film ce soir.
Ο κινηματογράφος προβάλλει μια νέα ταινία απόψε.



























