projeter
Pronunciation
/pʁɔʒtˈe/

Ορισμός και σημασία του "projeter"στα γαλλικά

projeter
01

σχεδιάζω, προγραμματίζω

prévoir ou avoir l'intention de faire quelque chose
projeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
projette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
projetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
projetterai
ενεστώτα μετοχή
projetant
παθητική μετοχή
projeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
projetions
Παραδείγματα
Le gouvernement projette de construire un nouveau pont.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να χτίσει μια νέα γέφυρα.
02

προβάλλω, εμφανίζω

montrer une image, un film ou une vidéo sur un écran
projeter definition and meaning
Παραδείγματα
Le festival projette plusieurs courts-métrages étrangers.
Το φεστιβάλ προβάλλει αρκετές ξένες ταινίες μικρού μήκους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store