Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
projeter
01
σχεδιάζω, προγραμματίζω
prévoir ou avoir l'intention de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
projette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
projetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
projetterai
ενεστώτα μετοχή
projetant
παθητική μετοχή
projeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
projetions
Παραδείγματα
Le gouvernement projette de construire un nouveau pont.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να χτίσει μια νέα γέφυρα.
02
προβάλλω, εμφανίζω
montrer une image, un film ou une vidéo sur un écran
Παραδείγματα
Le festival projette plusieurs courts-métrages étrangers.
Το φεστιβάλ προβάλλει αρκετές ξένες ταινίες μικρού μήκους.



























