projeter
proje
pʁɔʒ
prawzh
ter
te
te
profiter

Ορισμός και σημασία του "projeter"στα γαλλικά

projeter
01

σχεδιάζω, προγραμματίζω

prévoir ou avoir l'intention de faire quelque chose 
projeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
projette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
projetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
projetterai
ενεστώτα μετοχή
projetant
παθητική μετοχή
projeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
projetions
Παραδείγματα
Ils projettent de partir en vacances cet été. 

Σχεδιάζουν να πάνε διακοπές αυτό το καλοκαίρι.

02

προβάλλω, εμφανίζω

montrer une image , un film ou une vidéo sur un écran 
projeter definition and meaning
Παραδείγματα
Le cinéma projette un nouveau film ce soir. 

Ο κινηματογράφος προβάλλει μια νέα ταινία απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store