mourir
mourir
muʁiʁ
moorir
mouroir

Ορισμός και σημασία του "mourir"στα γαλλικά

mourir
01

πεθαίνω, αποθνήσκω

cesser de vivre 
mourir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
meurs
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mourons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mourrai
ενεστώτα μετοχή
mourant
παθητική μετοχή
mort
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mourions
Παραδείγματα
Mon grand-père est mort l'année dernière. 

Ο παππούς μου πέθανε πέρυσι.

02

σβήνω, σβήνομαι

cesser de brûler ou de produire de la lumière 
mourir definition and meaning
Παραδείγματα
La bougie a fini par mourir dans la nuit. 

Το κερί τελικά έσβησε τη νύχτα.

03

εξαφανίζομαι, παύω να υπάρχω

disparaître ou cesser d'exister 
Παραδείγματα
Ce village meurt peu à peu à cause de l'exode rural. 

Αυτό το χωριό πεθαίνει σιγά-σιγά λόγω της αγροτικής εξόδου.

04

αποδυναμώνω, εξασθενίζω

devenir plus faible ou diminuer 
Παραδείγματα
Le vent a commencé à mourir en fin de journée. 

Ο άνεμος άρχισε να αποδυναμώνεται στο τέλος της ημέρας.

05

είναι στα πρόθυρα του θανάτου, αγωνίζεται

être près de mourir 
Παραδείγματα
Il se meurt après une longue maladie. 

Πεθαίνει μετά από μια μακρά ασθένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store