Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détendre
01
χαλαρώνω, ηρεμώ
apaiser une personne, réduire son stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détendrai
ενεστώτα μετοχή
détendant
παθητική μετοχή
détendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détendions
Παραδείγματα
Le massage thaï détend profondément les muscles.
Ο ταϊλανδέζικος μασάζ χαλαρώνει βαθιά τους μύες.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
se relaxer volontairement
Παραδείγματα
Je me détends en peignant des aquarelles.
Χαλαρώνω ζωγραφίζοντας υδατογραφίες.
03
χαλαρώνω, ανακουφίζω
devenir moins tendu, perdre sa tension initiale
Παραδείγματα
La corde de guitare s'est détendue avec l'humidité.
Η χορδή της κιθάρας χαλάρωσε από την υγρασία.
04
χαλαρώνω, ανακουφίζω
devenir moins tendu (en parlant d'une atmosphère ou d'une situation)
Παραδείγματα
L'ambiance s'est détendue après son départ.
Η ατμόσφαιρα χαλάρωσε μετά την αναχώρησή του.



























