Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détendre
01
χαλαρώνω, ηρεμώ
apaiser une personne, réduire son stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détendrai
ενεστώτα μετοχή
détendant
παθητική μετοχή
détendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détendions
Παραδείγματα
Ces exercices de respiration détendent les enfants.
Αυτές οι ασκήσεις αναπνοής χαλαρώνουν τα παιδιά.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
se relaxer volontairement
Παραδείγματα
Après le travail, je me détends en écoutant de la musique.
Μετά τη δουλειά, χαλαρώνω ακούγοντας μουσική.
03
χαλαρώνω, ανακουφίζω
devenir moins tendu, perdre sa tension initiale
Παραδείγματα
Le câble du frein s' est détendu avec le temps.
Το καλώδιο του φρένου χαλάρωσε με το χρόνο.
04
χαλαρώνω, ανακουφίζω
devenir moins tendu (en parlant d'une atmosphère ou d'une situation)
Παραδείγματα
La crise économique commence à se détendre.
Η οικονομική κρίση αρχίζει να χαλαρώνει.



























