Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cerrar
01
κλείνω, κλείνω (ρήμα)
hacer que algo quede cerrado o no accesible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cierro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cierra
ενεστώτα μετοχή
cerrando
απλός αόριστος
cerró
παθητική μετοχή
cerrado
Παραδείγματα
Cierro la puerta al salir.
Κλείνω την πόρτα όταν φεύγω.
1.1
κλείνω, σφραγίζω
cubrir o sellar un objeto para que quede completamente cerrado
Παραδείγματα
¿Cerraste bien la botella?
Έκλεισες καλά το μπουκάλι ;
02
κλείνω, ολοκληρώνω
poner fin a una actividad, negocio, proceso o situación
Παραδείγματα
Cerraron la fábrica tras veinte años de funcionamiento.
Κλείσιμο του εργοστασίου μετά από είκοσι χρόνια λειτουργίας.
2.1
κλείνω, κλείνομαι
dejar de atender al público o de estar abierto
Intransitive
Παραδείγματα
El supermercado cierra a las diez.
Το σούπερ μάρκετ κλείνει στις δέκα.
03
επιδει
unirse o cicatrizarse una herida o corte
Παραδείγματα
La herida está empezando a cerrarse.
Η πληγή αρχίζει να κλείνει.
04
ολοκληρώνω
dar fin o término a algo, especialmente a un proceso o acuerdo
Παραδείγματα
Cerramos el trato esta mañana.
Κλείσαμε τη συμφωνία σήμερα το πρωί.
05
κλείσιμο των βελονιών, ολοκλήρωση των βελονιών
rematar los puntos finales de una labor de punto para que no se deshaga
Παραδείγματα
¿Sabes cómo cerrar los puntos para el cuello de este suéter?
Ξέρεις πώς να κλείσεις τις βελονιές για το λαιμό αυτού του πουλόβερ ;



























