Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cerrajería
[gender: feminine]
01
κλειδαριάς, τεχνική κατασκευής και επισκευής κλειδαριών και κλειδιών
el oficio de hacer y reparar cerraduras y llaves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El libro trata sobre la historia de la cerrajería en Europa.
Το βιβλίο αφορά την ιστορία της κλειδαριάς στην Ευρώπη.



























