cerrado
ce
θɛ
the
rra
ˈra
ra
do
ðo
dho
cercado

Ορισμός και σημασία του "cerrado"στα ισπανικά

01

κλειστός

que no está abierto o accesible 
cerrado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cerrado
συγκριτικός βαθμός
más cerrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cerrado
αρσενικό πληθυντικό
cerrados
θηλυκό ενικό
cerrada
θηλυκό πληθυντικό
cerradas
Παραδείγματα
El libro estaba cerrado sobre la mesa. 

Το βιβλίο ήταν κλειστό πάνω στο τραπέζι.

02

κλειστός, στενοκέφαλος

que no está dispuesto a aceptar nuevas ideas o puntos de vista 
Παραδείγματα
Es muy cerrado y no escucha otras opiniones. 

Είναι πολύ κλειστός και δεν ακούει άλλες απόψεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store