Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to haunt
01
εμφανίζομαι ως φάντασμα, στοιχειώνω
(of a ghost) to appear or be seen repeatedly in a building
Transitive: to haunt a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
haunts
ενεστώτα μετοχή
haunting
απλός αόριστος
haunted
παθητική μετοχή
haunted
Παραδείγματα
The old mansion was said to be haunted by the ghost of a former resident.
Λέγεται ότι το παλιό αρχοντικό στοιχειώνεται από το φάντασμα ενός πρώην κατοίκου.
02
στοιχειώνω, καταδιώκω
to persistently seek or follow someone, often in a way that is unwanted or bothersome
Transitive: to haunt sb
Παραδείγματα
He haunted her every weekend, always showing up at the places she visited.
Την στοίχειωνε κάθε Σαββατοκύριακο, εμφανιζόμενος πάντα στους τόπους που επισκεπτόταν.
03
επισκέπτομαι συχνά, επισκέπτομαι τακτικά
to visit a place regularly or repeatedly
Transitive: to haunt a place
Παραδείγματα
The old man haunted the park every morning, sitting on the same bench to read his newspaper.
Ο γέρος συχνάζει στο πάρκο κάθε πρωί, κάθονται στον ίδιο πάγκο για να διαβάζει την εφημερίδα του.
04
στοιχειώνω, βασανίζω
to stay in the thoughts of someone for a long time
Transitive: to haunt sb/sth
Παραδείγματα
The memory of the accident continued to haunt her for years.
Η μνήμη του ατυχήματος συνέχισε να την στοιχειώνει για χρόνια.
05
στοιχειώνω, καταδιώκω
to keep creating problems for someone for a long time
Transitive: to haunt sb/sth
Παραδείγματα
The mistake on his record continued to haunt him, affecting every job interview.
Το λάθος στο αρχείο του συνέχιζε να τον στοιχειώνει, επηρεάζοντας κάθε συνέντευξη εργασίας.
Haunt
01
καταφύγιο, συνηθισμένο μέρος
a place someone visits regularly or favors as a usual spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
haunts
Παραδείγματα
This café is her favorite haunt.
Αυτό το καφενείο είναι το αγαπημένο της καταφύγιο.



























