haulage
hau
ˈhɔ:
haw
lage
lɪʤ
lij

Ορισμός και σημασία του "haulage"στα αγγλικά

01

μεταφορά, εμπορευματοκιβώτια

the act of transporting goods or materials by road, rail, or sea, typically involving the use of vehicles or vessels designed for such purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
haulages
Παραδείγματα
Haulage of construction materials was essential for completing the infrastructure project on time. 

Η μεταφορά των οικοδομικών υλικών ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση του έργου υποδομής εγκαίρως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

haulage
haul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store