Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
equal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most equal
συγκριτικός βαθμός
more equal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company prides itself on providing equal pay for equal work to all employees.
Η εταιρεία περηφανεύεται ότι παρέχει ίση αμοιβή για ίση εργασία σε όλους τους εργαζόμενους.
02
άξιος, ικανός
possessing the necessary qualities, skills, or resources to meet a challenge or task
Παραδείγματα
They were equal to completing the project on time.
Ήταν ίσοι με την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.
03
ίσος
(of people) provided with the same opportunities, rights, or status, regardless of their characteristics or background
Παραδείγματα
Companies are encouraged to adopt policies that promote diversity and ensure equal employment opportunities for all applicants.
Οι εταιρείες ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν πολιτικές που προωθούν την πολυμορφία και εξασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες απασχόλησης για όλους τους υποψήφιους.
to equal
01
ισούται, αντιστοιχεί
to be the same as something in value, meaning, or effect
Transitive: to equal sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
equal
γ΄ ενικό πρόσωπο
equals
ενεστώτα μετοχή
equaling
απλός αόριστος
equaled
παθητική μετοχή
equaled
Παραδείγματα
The company believes that quality equals customer satisfaction.
Η εταιρεία πιστεύει ότι η ποιότητα ισούται με την ικανοποίηση του πελάτη.
02
ισούται με, είναι ίσο με
to be the same size, value, number, etc. as something
Transitive: to equal a number or value
Παραδείγματα
The value of the two investments equals each other.
Η αξία των δύο επενδύσεων ισούται μεταξύ τους.
03
εξισώνω, ισοφαρίζω
to reach the same level or ability as someone or something else
Transitive: to equal an achievement
Παραδείγματα
The sequel equals the original movie in excitement and storytelling.
Η συνέχεια ισοφαρίζει την αρχική ταινία σε δράση και αφήγηση.
04
εξισώνω, ισοφαρίζω
to make things the same in amount, size, or quality
Transitive: to equal sth
Old use
Παραδείγματα
The adjustments were made to equal the performance of the two machines.
Οι προσαρμογές έγιναν για να εξισώσουν την απόδοση των δύο μηχανημάτων.
Equal
01
ίσος, όμοιος
a person who has the same status, rank, or standing as another within a group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
equals
Παραδείγματα
Every member has an equal in the decision-making committee.
Κάθε μέλος έχει έναν ίσο στην επιτροπή λήψης αποφάσεων.
Λεξικό Δέντρο
coequal
equality
equalize
equal
equ



























