Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
equable
01
ισορροπημένος, ήρεμος
calm and even-tempered
Παραδείγματα
He faced every setback with equable patience and composure.
Αντιμετώπισε κάθε αναποδιά με ισότιμη υπομονή και ψυχραιμία.
02
σταθερός, αμετάβλητος
not subject to significant change
Παραδείγματα
The machine operated with equable efficiency, without sudden drops in output.
Το μηχάνημα λειτουργούσε με σταθερή αποδοτικότητα, χωρίς ξαφνικές πτώσεις στην παραγωγή.
Λεξικό Δέντρο
equably
equable
equ



























