Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to equalize
01
εξισώνω, ισορροπώ
to make evenly balanced, especially by adjusting uneven weights, volumes, distributions, or amounts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
equalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
equalizes
ενεστώτα μετοχή
equalizing
απλός αόριστος
equalized
παθητική μετοχή
equalized
Παραδείγματα
The new education policies aim to equalize school funding and resources across rich and poor districts.
Οι νέες πολιτικές εκπαίδευσης στοχεύουν στην εξισορρόπηση της χρηματοδότησης και των πόρων των σχολείων σε πλούσιες και φτωχές περιοχές.
02
ισοφαρίζω, ισορροπώ
to score a goal or point that makes the two teams' scores the same
Παραδείγματα
The last-minute goal equalized the score at 1-1 and sent the match into overtime.
Το γκολ στο τελευταίο λεπτό ισοφάρισε το σκορ στο 1-1 και έστειλε τον αγώνα στην παράταση.
Λεξικό Δέντρο
equalizer
equalize
equal
equ



























