Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
equable
01
ισορροπημένος, ήρεμος
calm and even-tempered
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most equable
συγκριτικός βαθμός
more equable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained equable even under intense criticism.
Παραμένει ήρεμη και ισορροπημένη ακόμη και κάτω από έντονη κριτική.
02
σταθερός, αμετάβλητος
not subject to significant change
Παραδείγματα
The region's equable climate attracts retirees and tourists alike.
Το ήπιο κλίμα της περιοχής προσελκύει τόσο συνταξιούχους όσο και τουρίστες.
Λεξικό Δέντρο
equably
equable
equ



























