equable
eq
ˈɛk
ek
ua
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "equable"στα αγγλικά

01

ισορροπημένος, ήρεμος

calm and even-tempered 
equable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most equable
συγκριτικός βαθμός
more equable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained equable even under intense criticism. 

Παραμένει ήρεμη και ισορροπημένη ακόμη και κάτω από έντονη κριτική.

02

σταθερός, αμετάβλητος

not subject to significant change 
Παραδείγματα
The region's equable climate attracts retirees and tourists alike. 

Το ήπιο κλίμα της περιοχής προσελκύει τόσο συνταξιούχους όσο και τουρίστες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store