equable
eq
ˈɛk
εκ
ua
ουα
ble
bəl
μπαλ
/ˈɛkəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "equable"στα αγγλικά

01

ισορροπημένος, ήρεμος

calm and even-tempered
equable definition and meaning
Παραδείγματα
He faced every setback with equable patience and composure.
Αντιμετώπισε κάθε αναποδιά με ισότιμη υπομονή και ψυχραιμία.
02

σταθερός, αμετάβλητος

not subject to significant change
Παραδείγματα
The machine operated with equable efficiency, without sudden drops in output.
Το μηχάνημα λειτουργούσε με σταθερή αποδοτικότητα, χωρίς ξαφνικές πτώσεις στην παραγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store