Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to damage
01
βλάπτω, ζημιώνω
to physically harm something
Transitive: to damage sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
damage
γ΄ ενικό πρόσωπο
damages
ενεστώτα μετοχή
damaging
απλός αόριστος
damaged
παθητική μετοχή
damaged
Παραδείγματα
The storm's strong winds and hailstones damaged the roof of the house.
Οι δυνατοί άνεμοι και οι χαλαζόπετρες της καταιγίδας έβλαψαν τη στέγη του σπιτιού.
Damage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damages
Παραδείγματα
The hailstorm caused significant damage to the car's roof and windshield.
Η καταιγίδα χαλαζιών προκάλεσε σημαντικές ζημιές στη στέγη και το παρμπρίζ του αυτοκινήτου.
1.1
ζημιά, βλάβη
harmful effects caused by an action, event, or situation
Παραδείγματα
The data breach led to significant damage to the company's reputation and financial standing.
Η παραβίαση δεδομένων προκάλεσε σημαντική ζημία στη φήμη και τη χρηματοοικονομική θέση της εταιρείας.
1.2
ζημία, καταστροφή
loss or destruction of military equipment
Παραδείγματα
The battle resulted in significant damage to the army's tanks.
Η μάχη προκάλεσε σημαντικές ζημιές στα τανκς του στρατού.
02
ζημία, βλάβη
harm or injury caused by violating a legal right
Παραδείγματα
She sought compensation for the damage caused by the breach of contract.
Ζήτησε αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από την παραβίαση της σύμβασης.
03
αποζημίωση, ζημία
the amount of money needed to pay for something, often used in legal or financial contexts
Παραδείγματα
The court ordered him to pay damages for the property he destroyed.
Το δικαστήριο του διέταξε να πληρώσει ζημίες για την περιουσία που κατέστρεψε.
Λεξικό Δέντρο
damaged
damaging
damage



























