Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cook
01
μαγειρεύω, ετοιμάζω φαγητό
to make food with heat
Transitive: to cook food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cook
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooks
ενεστώτα μετοχή
cooking
απλός αόριστος
cooked
παθητική μετοχή
cooked
Παραδείγματα
I love to cook scrambled eggs with cheese for breakfast.
Λατρεύω να μαγειρεύω ομελέτα με τυρί για το πρωινό.
1.1
μαγειρεύω
(of food) to be heated so it can be eaten
Intransitive
Παραδείγματα
The eggs cook quickly in a hot frying pan.
Τα αυγά μαγειρεύονται γρήγορα σε ένα καυτό τηγάνι.
02
μαγειρεύω
to prepare food for consumption
Intransitive
Παραδείγματα
She loves to cook in the evenings, trying out new recipes every week.
Αγαπά να μαγειρεύει τα βράδια, δοκιμάζοντας νέες συνταγές κάθε εβδομάδα.
03
μαγειρεύω, ψήνω
to change the state of food by applying heat, making it safe and suitable to eat
Transitive: to cook food ingredients
Παραδείγματα
She cooked the rice for twenty minutes, turning it soft and fluffy.
Μαγείρεψε το ρύζι για είκοσι λεπτά, κάνοντάς το μαλακό και αφράτο.
04
παραποιώ, χειραγωγώ
to manipulate or change something in a dishonest way to mislead or deceive
Transitive: to cook information
Παραδείγματα
The accountant was caught trying to cook the books to cover up the company’s financial losses.
Ο λογιστής πιάστηκε να προσπαθεί να παραποιήσει τα βιβλία για να καλύψει τις οικονομικές απώλειες της εταιρείας.
05
μαγειρεύω, παρουσιάζω εξαιρετική απόδοση
to perform exceptionally well or execute something skillfully
αργκό
Παραδείγματα
She's really cooking on the basketball court today.
Σήμερα πραγματικά μαγειρεύει στο γήπεδο μπάσκετ.
Cook
Λεξικό Δέντρο
cooked
cooker
cooking
cook



























