Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fabricate
01
κατασκευάζω, συναρμολογώ
to create or build something by combining different parts or components, either artificial or natural
Transitive: to fabricate sth
Παραδείγματα
Car manufacturers fabricate vehicles from thousands of individual components.
Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων κατασκευάζουν οχήματα από χιλιάδες μεμονωμένα εξαρτήματα.
02
κατασκευάζω, επινοώ
to create or make up something, especially with the intent to deceive
Transitive: to fabricate facts or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fabricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
fabricates
ενεστώτα μετοχή
fabricating
απλός αόριστος
fabricated
παθητική μετοχή
fabricated
Παραδείγματα
The journalist lost her credibility when it was discovered she'd fabricate stories.
Η δημοσιογράφος έχασε την αξιοπιστία της όταν ανακαλύφθηκε ότι κατασκεύαζε ιστορίες.
Λεξικό Δέντρο
fabricated
fabrication
fabricator
fabricate
fabric



























