Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fabricate
01
κατασκευάζω, συναρμολογώ
to create or build something by combining different parts or components, either artificial or natural
Transitive: to fabricate sth
Παραδείγματα
In the lab, scientists fabricate artificial organs for medical research and transplantation.
Στο εργαστήριο, οι επιστήμονες κατασκευάζουν τεχνητά όργανα για ιατρική έρευνα και μεταμόσχευση.
02
κατασκευάζω, επινοώ
to create or make up something, especially with the intent to deceive
Transitive: to fabricate facts or information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fabricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
fabricates
ενεστώτα μετοχή
fabricating
απλός αόριστος
fabricated
παθητική μετοχή
fabricated
Παραδείγματα
The witness confessed to fabricating her testimony under pressure from the prosecution.
Ο μάρτυρας ομολόγησε ότι κατασκεύασε την κατάθεσή του υπό πίεση από την εισαγγελία.
Λεξικό Δέντρο
fabricated
fabrication
fabricator
fabricate
fabric



























