Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow away
01
φυσώ μακριά, καθαρίζω με τον αέρα
to remove or clear something by using a strong burst of air or wind
Transitive: to blow away sth | to blow away sth from sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow away
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows away
ενεστώτα μετοχή
blowing away
απλός αόριστος
blew away
παθητική μετοχή
blown away
Παραδείγματα
He used a leaf blower to blow the fallen leaves away from the driveway.
Χρησιμοποίησε ένα φυσαλίδα φύλλων για να φυσήξει τα πεσμένα φύλλα μακριά από το δρόμο.
02
εξιτάρω, εντυπωσιάζω πολύ
to impress someone greatly
Transitive: to blow away sb
Παραδείγματα
The magician's tricks blew the audience away at the show.
Τα κόλπα του μάγου κατέπληξαν το κοινό στην παράσταση.
03
παρασύρω, φυσώ μακριά
to be moved by the force of the wind
Transitive: to blow away sth
Παραδείγματα
The lightweight umbrella couldn't withstand the storm and was blown away.
Η ελαφριά ομπρέλα δεν άντεξε τη θύελλα και παρασύρθηκε.
04
σκοτώνω, καταρρίπτω
to kill someone with a gun or other weapons
Transitive: to blow away sb
Παραδείγματα
The security camera footage captured the chilling moment when the victim was blown away.
Το υλικό της κάμερας ασφαλείας κατέγραψε την ψυχρή στιγμή που το θύμα σκοτώθηκε.
05
κατατροπώνω, νικώ εύκολα
to easily defeat someone in a competition or contest
Transitive: to blow away a contestant
Παραδείγματα
The experienced team blew the newcomers away in the basketball match.
Η έμπειρη ομάδα καθάρισε τους νέους στο αγώνα μπάσκετ.



























