Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wrong
Παραδείγματα
His answer to the math problem was wrong.
Η απάντησή του στο μαθηματικό πρόβλημα ήταν λάθος.
02
λάθος, ανήθικος
against the law or morality
Παραδείγματα
Breaking promises is wrong because it shows a lack of reliability and integrity.
Λάθος να σπάσεις υποσχέσεις γιατί δείχνει έλλειψη αξιοπιστίας και ακεραιότητας.
Παραδείγματα
Wearing sneakers to a wedding is wrong in many cultures.
Το να φοράς αθλητικά παπούτσια σε ένα γάμο είναι λάθος σε πολλούς πολιτισμούς.
Παραδείγματα
There is something wrong with the phone.
Κάτι πηγαίνει λάθος με το τηλέφωνο.
05
λάθος, εσφαλμένος
deviating from what is correct or expected
Παραδείγματα
The team made the wrong moves during the game, leading to their defeat.
Η ομάδα έκανε τις λάθος κινήσεις κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, οδηγώντας στην ήττα τους.
06
ανάποδα, στην ανάποδη πλευρά
referring to the side of fabric or clothing that is intended to be hidden or face inward when worn
Παραδείγματα
She accidentally wore her shirt with the wrong side out.
Φόρεσε κατά λάθος το μπλουζάκι της ανάποδα.
to wrong
01
αδικώ, κάνω λάθος σε
to treat someone unfairly or unjustly
Transitive: to wrong sb
Παραδείγματα
The landlord wronged the tenants by neglecting to maintain the property and refusing to address their complaints.
Ο ιδιοκτήτης έκανε άδικο στους ενοικιαστές παραμελώντας τη συντήρηση της ιδιοκτησίας και αρνούμενος να αντιμετωπίσει τα παράπονά τους.
wrong
01
λανθασμένα, εσφαλμένα
in a manner that is incorrect or mistaken
Παραδείγματα
I spelled his name wrong on the invitation.
Έγραψα λάθος το όνομά του στην πρόσκληση.
Wrong
Παραδείγματα
She learned the difference between right and wrong at an early age.
Έμαθε τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους σε νεαρή ηλικία.
Παραδείγματα
The book explores the wrongs of corruption in politics.
Το βιβλίο εξερευνά τα λάθη της διαφθοράς στην πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
wrongly
wrongness
wrong



























