Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incorrectly
01
λανθασμένα, ανακριβώς
in a mistaken or inaccurate manner
Παραδείγματα
The directions were incorrectly translated into English.
Οι οδηγίες μεταφράστηκαν λανθασμένα στα Αγγλικά.
1.1
λανθασμένα, ανακριβώς
in a way that does not follow established rules or standards
Παραδείγματα
He argued that the taxes had been incorrectly calculated.
Υποστήριξε ότι οι φόροι είχαν λανθασμένα υπολογιστεί.
Λεξικό Δέντρο
incorrectly
correctly
correct



























