incorrectly
in
ˌɪn
ιν
co
κα
rrect
ˈrɛkt
ρεκτ
ly
li
λι
indirectlycorrectlydirectlyerectly

Ορισμός και σημασία του "incorrectly"στα αγγλικά

incorrectly
01

λανθασμένα, ανακριβώς

in a mistaken or inaccurate manner 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She answered three of the questions incorrectly on the test. 

Απάντησε λανθασμένα σε τρεις από τις ερωτήσεις στη δοκιμασία.

1.1

λανθασμένα, ανακριβώς

in a way that does not follow established rules or standards 
Παραδείγματα
The referee incorrectly applied the rule during the match. 

Ο διαιτητής εφάρμοσε λανθασμένα τον κανόνα κατά τη διάρκεια του αγώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

incorrectly
correctly
correct
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store