Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wrongfulness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The court acknowledged the wrongfulness of his actions in the case.
Το δικαστήριο αναγνώρισε την παρανομία των πράξεών του στην υπόθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wrongfulness
wrongful
wrong



























