wrongfulness
wrong
ˈrɒng
rong
ful
fəl
fēl
ness
nəs
nēs
songfulness

Ορισμός και σημασία του "wrongfulness"στα αγγλικά

01

παρανομία, κατακριτέα φύση

the quality or state of being morally or legally wrong 

wrong

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The court acknowledged the wrongfulness of his actions in the case. 

Το δικαστήριο αναγνώρισε την παρανομία των πράξεών του στην υπόθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wrongfulness
wrongful
wrong
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store