wrongfulness
Pronunciation
/ɹˈɔŋfəlnəs/

Ορισμός και σημασία του "wrongfulness"στα αγγλικά

01

παρανομία, κατακριτέα φύση

the quality or state of being morally or legally wrong

wrong

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The wrongfulness of the policy was debated in the legislative hearings.
Η αδικία της πολιτικής συζητήθηκε στις νομοθετικές ακροάσεις.

Λεξικό Δέντρο

wrongfulness
wrongful
wrong
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store