erroneous
e
ɪ
i
rro
ˈrəʊ
rew
neous
niəs
niēs
feloniousharmoniousacrimoniousparsimonious

Ορισμός και σημασία του "erroneous"στα αγγλικά

01

λανθασμένος, ανακριβής

mistaken or inaccurate due to flaws in reasoning, evidence, or factual support 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erroneous
συγκριτικός βαθμός
more erroneous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reasoning, information, evaluation
Παραδείγματα
The report contained several erroneous conclusions based on faulty data. 

Η έκθεση περιελάμβανε αρκετά λανθασμένα συμπεράσματα που βασίζονταν σε ελαττωματικά δεδομένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

erroneously
erroneousness
erroneous
err
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store