Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erstwhile
01
πρώην, παλαιός
having once been but no longer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His erstwhile allies turned against him.
Οι πρώην σύμμαχοί του γύρισαν εναντίον του.
Λεξικό Δέντρο
erstwhile
erst
while



























