Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Technophobe
01
τεχνοφοβικός, άτομο που αντιστέκεται ή φοβάται την τεχνολογία
someone who is resistant or apprehensive towards technology, often avoiding or expressing fear or aversion towards its use or adoption
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
technophobes
Παραδείγματα
As a technophobe, he avoided using smartphones or computers.
Ως τεχνοφοβικός, απέφευγε τη χρήση smartphone ή υπολογιστών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
technophobic
technophobe



























