technophile
tech
ˈtɛk
tek
no
nəʊ
new
phile
faɪl
fail

Ορισμός και σημασία του "technophile"στα αγγλικά

01

τεχνοφίλος, λάτρης της τεχνολογίας

a person who has a strong interest in and enthusiasm for technology 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
technophiles
Παραδείγματα
She is a technophile who loves exploring new software and apps. 

Είναι μια τεχνοφίλ που λατρεύει να εξερευνά νέα λογισμικά και εφαρμογές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

technophilic
technophile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store