Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stab
01
μαχαιρώνω, κεντρίζω
to push a knife or other sharp object into someone to injure or kill them
Transitive: to stab sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stab
γ΄ ενικό πρόσωπο
stabs
ενεστώτα μετοχή
stabbing
απλός αόριστος
stabbed
παθητική μετοχή
stabbed
Παραδείγματα
The assailant attempted to stab the victim multiple times before fleeing the scene.
Ο επιτιθέμενος προσπάθησε να μαχαιρώσει το θύμα πολλές φορές πριν εγκαταλείψει τη σκηνή.
02
μαχαιρώνω, τσιμπώ
to thrust a pointed object, typically with force, into something
Intransitive: to stab into sth
Παραδείγματα
A shard of glass stabbed into the fabric of the car seat during the accident.
Ένα θραύσμα γυαλιού μαχαίρωσε το ύφασμα του καθίσματος του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.
03
μαχαιρώνω, καρφώνω
to thrust a sharp object into something with force
Transitive: to stab a sharp object into sth
Παραδείγματα
The chef stabbed the skewer into the juicy steak to check if it was cooked to perfection.
Ο σεφ έμπηξε το ξυλάκι στο ζουμερό μπριζόλα για να ελέγξει αν ήταν μαγειρεμένο στην τελειότητα.
Stab
01
μαχαιριά, τσίμπημα
a forceful thrust or blow made with a knife or other sharp pointed object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stabs
Παραδείγματα
He suffered a stab in the arm during the robbery.
Υπέστη μια μαχαιριά στο χέρι κατά τη διάρκεια της ληστείας.
02
προσπάθεια, δοκιμή
an attempt to do something, often brief or experimental
Παραδείγματα
She gave a stab at solving the puzzle.
Έκανε μια προσπάθεια να λύσει το παζλ.
03
μια αιφνίδια οδύνη, μια ξαφνική έντονη αίσθηση
a sudden, intense sensation of an emotion
Παραδείγματα
As he remembered the accident, a sudden stab of fear shot through him.
Καθώς θυμήθηκε το ατύχημα, ένα ξαφνικό τσίμπημα φόβου τον διέτρεξε.
Λεξικό Δέντρο
stabber
stabbing
stab



























