Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to roar
01
βρυχώμαι, μουγκρίζω
to make a loud, deep, continuous, and powerful sound, usually with a low pitch
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
roar
γ΄ ενικό πρόσωπο
roars
ενεστώτα μετοχή
roaring
απλός αόριστος
roared
παθητική μετοχή
roared
Παραδείγματα
The jet engines roared as the airplane prepared for takeoff.
Οι κινητήρες αεριωθουμένων βρόντηξαν καθώς το αεροπλάνο ετοιμαζόταν για απογείωση.
02
βρυχάμαι, μουγκρίζω
to make a full loud noise characteristic of a lion or another wild animal
Intransitive
Παραδείγματα
The lion roared in the distance, its powerful voice echoing through the savanna.
Το λιοντάρι βρυχήθηκε στο βάθος, η δυνατή του φωνή ηχούσε στη σαβάνα.
03
γελάω δυνατά, ξεκαρδίζομαι στα γέλια
to laugh out loud heartily
Intransitive
Παραδείγματα
The joke was so funny that it made the whole room roar with laughter.
Το αστείο ήταν τόσο αστείο που έκανε όλο το δωμάτιο να βροντάει από γέλιο.
04
βρυχώμαι, φωνάζω
to say or shout something loudly, often to get attention or express strong feelings
Transitive: to roar a sentiment or attitude
Παραδείγματα
The coach road his instructions to the players from the sidelines.
Ο προπονητής βρυχάται τις οδηγίες του στους παίκτες από την πλαϊνή γραμμή.
05
βρυχώμαι, φωνάζω
to shout or cry out loudly and deeply
Intransitive
Παραδείγματα
The fans roared in celebration when their team won the championship.
Οι φίλαθλοι βρυχήθηκαν σε γιορτή όταν η ομάδα τους κέρδισε το πρωτάθλημα.
06
βρυχάμαι, κάνω θόρυβο
to behave in a loud, energetic, and unruly manner, often causing chaos or excitement
Intransitive
Παραδείγματα
The party started to roar as more guests arrived and the music got louder.
Το πάρτι άρχισε να βρυχάται καθώς έφταναν περισσότεροι καλεσμένοι και η μουσική έγινε πιο δυνατή.
Roar
01
βρυχηθμός, κραυγή
the full loud cry of a lion or another wild animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roars
02
βρυχηθμός, βρόντος
a deep prolonged loud noise
03
βρυχηθμός, κραυγή
a very loud utterance (like the sound of an animal)
Λεξικό Δέντρο
roarer
roaring
roaring
roar



























