roan
roan
rəʊn
rewn
fohnsownbonetone

Ορισμός και σημασία του "roan"στα αγγλικά

01

ροάν, άλογο ροάν

an animal, especially a horse that has an even mixture of white and colored hair on its coat 
roan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roans
02

μαλακό δερμάτινο προϊόν από πρόβειο δέρμα που χρωματίζεται και ολοκληρώνεται για να μοιάζει με μαροκινό, χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία

a soft sheepskin leather that is colored and finished to resemble morocco; used in bookbinding 
01

ροάν, με καφέ τρίχωμα πυκνά ραμμένο με λευκό ή γκρι

(used of especially horses) having a brownish coat thickly sprinkled with white or grey 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roan
συγκριτικός βαθμός
more roan
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store