Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to refuse
01
αρνούμαι, απορρίπτω
to say or show one's unwillingness to do something that someone has asked
Transitive: to refuse an offer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
refuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
refuses
ενεστώτα μετοχή
refusing
απλός αόριστος
refused
παθητική μετοχή
refused
Παραδείγματα
The student had to refuse the invitation to join the extracurricular club due to time constraints.
Ο μαθητής έπρεπε να αρνηθεί την πρόσκληση να συμμετάσχει στον εκπαιδευτικό όμιλο λόγω περιορισμών χρόνου.
02
αρνούμαι, απορρίπτω
to not accept what someone has offered us or asked us to do
Transitive: to refuse to do sth
Παραδείγματα
She refused to accept the job offer because it didn't align with her career goals.
Αρνήθηκε να δεχτεί την προσφορά εργασίας επειδή δεν ευθυγραμμίζονταν με τους επαγγελματικούς της στόχους.
03
αρνούμαι, αποτυγχάνω
to fail or be unable to perform the function or action that is expected of it
Transitive: to refuse to do sth
Παραδείγματα
The old car refused to start on the cold winter morning, leaving them stranded in the driveway.
Το παλιό αυτοκίνητο αρνήθηκε να ξεκινήσει το κρύο χειμωνιάτικο πρωί, αφήνοντάς τους παγιδευμένους στο δρόμο.
04
αρνούμαι, απορρίπτω
to deny someone permission to have something
Transitive: to refuse sth
Ditransitive: to refuse sb a permission | to refuse a permission to sb
Παραδείγματα
The bouncer refused entry to anyone who couldn't provide valid identification.
Ο μπράβος αρνήθηκε την είσοδο σε όποιον δεν μπορούσε να παράσχει έγκυρο ταυτότητα.
05
αρνούμαι, απαρνούμαι
to reject or disown someone or something, often due to a disagreement or a perceived betrayal
Transitive: to refuse sb
Παραδείγματα
After years of arguments and conflicts, the father decided to refuse his son and cut off all communication.
Μετά από χρόνια διαφωνιών και συγκρούσεων, ο πατέρας αποφάσισε να απορρίψει τον γιο του και να διακόψει κάθε επικοινωνία.
Refuse
01
απορρίμματα, σκουπίδια
unwanted materials or items that have been discarded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refuses



























