Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Refutation
01
αντικρούση, διαψεύδει
the act of showing that someone or something is wrong by using an argument or evidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
refutations
02
αντικρούση, διαψεύδει
any evidence that helps to establish the falsity of something
03
αντικρούση, διαψευση
the speech act of answering an attack on your assertions



























