Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regale
01
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
to entertain with stories or performances
Transitive: to regale sb
Παραδείγματα
The musician regaled the crowd with a lively concert in the park.
Ο μουσικός ψυχαγωγούσε το πλήθος με μια ζωντανή συναυλία στο πάρκο.
02
γλεντζώ, κάνω πάρτι
to provide with fine food, wine, and other luxuries
Transitive: to regale sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regale
γ΄ ενικό πρόσωπο
regales
ενεστώτα μετοχή
regaling
απλός αόριστος
regaled
παθητική μετοχή
regaled
Παραδείγματα
At the banquet, they were regaled with delicacies from all over the world.
Στο συμπόσιο, φιλοξενήθηκαν με λιχουδιές από όλο τον κόσμο.



























