Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regain
01
ανακτώ, βρίσκω
to locate, recover, or come across something that was lost, missed, or overlooked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regain
γ΄ ενικό πρόσωπο
regains
ενεστώτα μετοχή
regaining
απλός αόριστος
regained
παθητική μετοχή
regained
Παραδείγματα
He regained his place in the queue after stepping aside.
Απέκτησε πίσω τη θέση του στην ουρά αφού παραχώρησε.
02
ανακτώ, επανέρχομαι
to get something back, particularly a quality or ability, after losing it
Παραδείγματα
The company struggled to regain its reputation after the scandal, but with time and effort, it was able to rebuild trust with its customers.
Η εταιρεία αγωνίστηκε να ανακτήσει τη φήμη της μετά το σκάνδαλο, αλλά με το χρόνο και την προσπάθεια, κατάφερε να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη των πελατών της.
Λεξικό Δέντρο
regaining
regain
gain



























