Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regain
01
ανακτώ, βρίσκω
to locate, recover, or come across something that was lost, missed, or overlooked
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regain
γ΄ ενικό πρόσωπο
regains
ενεστώτα μετοχή
regaining
απλός αόριστος
regained
παθητική μετοχή
regained
Παραδείγματα
He finally regained his lost keys under the couch.
Επιτέλους βρήκε τα χαμένα του κλειδιά κάτω από τον καναπέ.
02
ανακτώ, επανέρχομαι
to get something back, particularly a quality or ability, after losing it
Παραδείγματα
With determination and hard work, she was able to regain her strength after the illness.
Με αποφασιστικότητα και σκληρή δουλειά, κατάφερε να ανακτήσει τη δύναμή της μετά την ασθένεια.
Λεξικό Δέντρο
regaining
regain
gain



























