Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peck
01
ραμφίζω, τσιμπώ με το ράμφος
(of a bird) to move the beak in a sudden movement and bite something
Intransitive: to peck | to peck at sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
peck
γ΄ ενικό πρόσωπο
pecks
ενεστώτα μετοχή
pecking
απλός αόριστος
pecked
παθητική μετοχή
pecked
Παραδείγματα
The chickens pecked at the scattered grains in the yard.
Τα κοτόπουλα τσίμπησαν τα σκορπισμένα σιτηρά στην αυλή.
02
δίνω ένα γρήγορο φιλί, φιλάω ελαφρά
to give a quick and light kiss
Transitive: to peck sb
Παραδείγματα
As a sign of affection, they would often peck each other on the cheek.
Ως ένδειξη αγάπης, συχνά φιλούσαν το μάγουλο του άλλου.
03
ραμφίζω, τρώω χωρίς όρεξη
to eat food in a small, delicate, or unenthusiastic manner
Intransitive: to peck at food
Παραδείγματα
She pecked at her salad, not feeling hungry after the long day.
Εκείνη ράμφισε την σαλάτα της, δεν αισθανόταν πεινασμένη μετά τη μακρά μέρα.
04
γκρινιάζω, κριτικάρω συνεχώς
to repeatedly complain, criticize, or find fault in a petty or annoying manner
Intransitive: to peck at sb
Παραδείγματα
She kept pecking at him about not doing the dishes.
Συνέχιζε να τον ραμφίζει που δεν έπλενε τα πιάτα.
Peck
01
μια ποσότητα, μια πληθώρα
(often followed by `of') a large number or amount or extent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pecks
02
ένα πέκ, μια αμερικανική ξηρή μέτρηση ίση με 8 quarts ή 537
a United States dry measure equal to 8 quarts or 537.605 cubic inches
03
πεκ, βρετανική αυτοκρατορική μονάδα χωρητικότητας (υγρή ή ξηρή) ίση με 2 γαλόνια
a British imperial capacity measure (liquid or dry) equal to 2 gallons
Λεξικό Δέντρο
pecker
peck



























