Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mess up
[phrase form: mess]
01
χαλώ, κάνω λάθος
to make a mistake or error, causing a situation or task to become disorganized, confused, or unsuccessful
Παραδείγματα
I accidentally used salt instead of sugar and completely messed up the cake recipe.
Χρησιμοποίησα κατά λάθος αλάτι αντί για ζάχαρη και κατέστρεψα εντελώς τη συνταγή του κέικ.
02
ανακατώνω, χαλώ
to make a place untidy or disorganized
Παραδείγματα
Someone has messed up the storage room; it needs to be organized.
Κάποιος έχει κάνει χάος στο δωμάτιο αποθήκευσης· πρέπει να οργανωθεί.
03
χαλώ, αναστατώνω
to disrupt or disturb the orderliness of a situation, process, or arrangement
Παραδείγματα
Last-minute changes in the guest list can mess up the seating arrangements at the wedding.
Οι αλλαγές της τελευταίας στιγμής στον κατάλογο των καλεσμένων μπορούν να χαλάσουν τις διατάξεις των θέσεων στο γάμο.
04
αναστατώνω, ενοχλώ
to disrupt or cause someone to make mistakes in a task by being distracting or displaying annoying behavior
Παραδείγματα
She tries to avoid the office gossip; it always messes her up and affects her productivity.
Προσπαθεί να αποφύγει τα κουτσομπολιά του γραφείου· πάντα την μπερδεύει και επηρεάζει την παραγωγικότητά της.
05
χαλάω, επηρεάζω σοβαρά την ψυχική και συναισθηματική ευημερία
to severely affect someone's mental and emotional well-being
Παραδείγματα
A toxic work environment can mess employees up emotionally, affecting their overall mental health and productivity.
Ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον μπορεί να αναστατώσει συναισθηματικά τους εργαζόμενους, επηρεάζοντας τη γενική ψυχική τους υγεία και παραγωγικότητα.
06
χτυπώ, δέρνω
to cause someone harm through physical violence
Παραδείγματα
The bullies threatened to mess him up if he did n't give them his lunch money.
Οι νταήδες απείλησαν ότι θα τον δείρουν αν δεν τους δώσει τα λεφτά για το γεύμα.



























