Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stehen
01
στέκομαι, είμαι όρθιος
Auf den Beinen sein und nicht sitzen oder liegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
stehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
steht
ενεστώτα μετοχή
stehend
απλός αόριστος
stand
παθητική μετοχή
gestanden
Παραδείγματα
Das Kind steht auf dem Stuhl.
Το παιδί στέκεται στην καρέκλα.
02
σταματώ, παύω να κινούμαι
Nicht in Bewegung sein
Παραδείγματα
Der Verkehr steht.
Η κυκλοφορία είναι σταματημένη.
03
βρίσκομαι, τοποθετούμαι
An einem bestimmten Ort sein
Παραδείγματα
Die Flasche steht im Kühlschrank.
Το μπουκάλι στέκεται στο ψυγείο.
04
ταιριάζω, πηγαίνω
Gut passen oder aussehen
Παραδείγματα
Rot steht mir besser als Blau.
Το κόκκινο μου πάει καλύτερα από το μπλε.
05
να είναι γραμμένο, να αναγράφεται
Geschrieben oder gedruckt sein
Παραδείγματα
Hier steht dein Name.
06
υποστηρίζω, στηρίζω
Jemandem helfen oder beistehen
Παραδείγματα
Ich stehe dir zur Seite.
Εγώ στέκομαι στο πλευρό σου.
07
είμαι υπεύθυνος, αναλαμβάνω την ευθύνη
Verantwortung tragen
Παραδείγματα
Er steht für diesen Fehler ein.
Αυτός αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτό το λάθος.
08
έχω γνώμη, συμφωνώ
Eine bestimmte Meinung vertreten
Παραδείγματα
Sie steht dem Vorschlag offen gegenüber.
Είναι ανοιχτή στην πρόταση.
09
να έχει τελειώσει, να έχει ολοκληρωθεί
Keine Reserven mehr haben
Παραδείγματα
Alles steht auf dem Spiel.
Όλα είναι σε κίνδυνο.
10
αφήνω, εγκαταλείπω
Etwas an einem Ort belassen
Παραδείγματα
Wir haben viel stehen gelassen.
Αφήσαμε πολλά να σταθούν.
Das Stehen
01
στάση, διακοπή
Zustand der Bewegungslosigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Stehens
Παραδείγματα
Das Stehen dauerte lange.
Η στάση διήρκεσε πολύ.



























