Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stehen
01
στέκομαι, είμαι όρθιος
Auf den Beinen sein und nicht sitzen oder liegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
stehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
steht
ενεστώτα μετοχή
stehend
απλός αόριστος
stand
παθητική μετοχή
gestanden
Παραδείγματα
Ich stehe vor dem Haus.
Στέκομαι μπροστά από το σπίτι.
02
σταματώ, παύω να κινούμαι
Nicht in Bewegung sein
Παραδείγματα
Der Bus steht an der Haltestelle.
Το λεωφορείο στέκεται στη στάση.
03
βρίσκομαι, τοποθετούμαι
An einem bestimmten Ort sein
Παραδείγματα
Das Buch steht im Regal.
Το βιβλίο βρίσκεται στο ράφι.
04
ταιριάζω, πηγαίνω
Gut passen oder aussehen
Παραδείγματα
Dieser Hut steht dir gut.
Αυτό το καπέλο σου πάει πολύ καλά.
05
να είναι γραμμένο, να αναγράφεται
Geschrieben oder gedruckt sein
Παραδείγματα
Es steht auf dem Schild.
06
υποστηρίζω, στηρίζω
Jemandem helfen oder beistehen
Παραδείγματα
Ich stehe dir bei.
Εγώ στέκομαι δίπλα σου.
07
είμαι υπεύθυνος, αναλαμβάνω την ευθύνη
Verantwortung tragen
Παραδείγματα
Ich stehe für meine Entscheidung.
Αναλαμβάνω την ευθύνη για την απόφασή μου.
08
έχω γνώμη, συμφωνώ
Eine bestimmte Meinung vertreten
Παραδείγματα
Wie stehst du dazu?
Πώς στέκεσαι σχετικά με αυτό;
09
να έχει τελειώσει, να έχει ολοκληρωθεί
Keine Reserven mehr haben
Παραδείγματα
Das Spiel steht kurz vor dem Ende.
Το παιχνίδι είναι κοντά στο τέλος.
10
αφήνω, εγκαταλείπω
Etwas an einem Ort belassen
Παραδείγματα
Ich habe mein Handy stehen lassen.
Άφησα το κινητό μου να μείνει.
Das Stehen
01
στάση, διακοπή
Zustand der Bewegungslosigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Stehens
Παραδείγματα
Das Auto kam zum Stehen.
Το αυτοκίνητο ήρθε σε στάση.



























