Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
établir
01
εγκαθιστώ, ιδρύω
mettre en place quelque chose de durable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
établis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
établissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
établirai
ενεστώτα μετοχή
établissant
παθητική μετοχή
établi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
établissions
Παραδείγματα
Le gouvernement veut établir une nouvelle loi.
Η κυβέρνηση θέλει να θεσπίσει έναν νέο νόμο.
02
ιδρύω, συνιστώ
fonder une institution , une entreprise ou une organisation
Παραδείγματα
Ils ont établi une entreprise familiale en 1990.
Ίδρυσαν μια οικογενειακή επιχείρηση το 1990.
03
τοποθετώ, εγκαθιστώ
placer ou installer quelque chose à un endroit
Παραδείγματα
Le technicien a établi les câbles sous le plancher.
Ο τεχνικός εγκατέστησε τα καλώδια κάτω από το πάτωμα.
04
εγκαθίσταμαι
s'installer dans un lieu pour y vivre
Παραδείγματα
Ils se sont établis à Paris après leur mariage.
Εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι μετά τον γάμο τους.
05
συντάσσω, προετοιμάζω
rédiger ou préparer un document officiel
Παραδείγματα
L'avocat a établi le contrat de vente.
Ο δικηγόρος συνέταξε τη σύμβαση πώλησης.
06
καθιερώνω, αποδεικνύω
prouver ou démontrer quelque chose comme vrai
Παραδείγματα
Le procureur a établi la culpabilité de l'accusé.
Ο εισαγγελέας απέδειξε την ενοχή του κατηγορουμένου.



























