Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paraître
01
εμφανίζομαι, φαίνομαι
se montrer ou devenir visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paraissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paraîtrai
ενεστώτα μετοχή
paraissant
παθητική μετοχή
paru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paraissions
Παραδείγματα
Le soleil est enfin paru derrière les nuages.
Ο ήλιος τελικά εμφανίστηκε πίσω από τα σύννεφα.
02
εκδίδεται, δημοσιεύεται
être publié ou rendu public
Παραδείγματα
Son dernier roman est paru hier.
Το τελευταίο μυθιστόρημά του εμφανίστηκε χθες.
03
φαίνομαι, δίνω την εντύπωση
donner une impression ou sembler d'une certaine façon
Παραδείγματα
Elle paraît fatiguée ce matin.
Φαίνεται κουρασμένη σήμερα το πρωί.
04
ξεχωρίζω, προβάλλω
attirer l'attention par son aspect ou sa prestance
Παραδείγματα
Elle paraissait dans sa robe rouge au milieu de la foule.
Ξεχώριζε στο κόκκινο φόρεμά της στη μέση του πλήθους.
05
φαίνεται, είναι προφανές
être évident ou manifeste pour quelqu'un
Παραδείγματα
Il paraît qu'il va pleuvoir demain.
Φαίνεται ότι θα βρέξει αύριο.
Le paraître
01
εξωτερική εμφάνιση, φαινόμενο
aspect extérieur d'une personne ou d'une chose, par opposition à la réalité intérieure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il se soucie trop du paraître.
Ανησυχεί πάρα πολύ για την εμφάνιση.



























