parcourir
par
paʁ
παρ
cou
ku
κου
rir
ʁiʁ
ριρ

Ορισμός και σημασία του "parcourir"στα γαλλικά

parcourir
01

περιηγούμαι, ρίχνω μια ματιά

examiner rapidement des yeux sans approfondir 
parcourir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parcours
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parcourons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parcourrai
ενεστώτα μετοχή
parcourant
παθητική μετοχή
parcouru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parcourions
Παραδείγματα
J'ai parcouru le journal ce matin. 

Περιέτρεξα την εφημερίδα σήμερα το πρωί.

02

διασχίζω, περιηγούμαι

se déplacer à travers un espace, couvrir une distance 
parcourir definition and meaning
Παραδείγματα
On doit parcourir 5 km pour atteindre le village. 

Πρέπει να διανύσουμε 5 χλμ. για να φτάσουμε στο χωριό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store