Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parcourir
01
περιηγούμαι, ρίχνω μια ματιά
examiner rapidement des yeux sans approfondir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parcours
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parcourons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parcourrai
ενεστώτα μετοχή
parcourant
παθητική μετοχή
parcouru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parcourions
Παραδείγματα
Je n' ai fait que parcourir le contrat.
Απλώς περιέτρεξα το συμβόλαιο.
02
διασχίζω, περιηγούμαι
se déplacer à travers un espace, couvrir une distance
Παραδείγματα
Nous avons parcouru cette route de nombreuses fois.
Έχουμε διανύσει αυτόν τον δρόμο πολλές φορές.



























