Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parcourir
01
περιηγούμαι, ρίχνω μια ματιά
examiner rapidement des yeux sans approfondir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parcours
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parcourons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parcourrai
ενεστώτα μετοχή
parcourant
παθητική μετοχή
parcouru
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parcourions
Παραδείγματα
J'ai parcouru le journal ce matin.
Περιέτρεξα την εφημερίδα σήμερα το πρωί.
02
διασχίζω, περιηγούμαι
se déplacer à travers un espace, couvrir une distance
Παραδείγματα
On doit parcourir 5 km pour atteindre le village.
Πρέπει να διανύσουμε 5 χλμ. για να φτάσουμε στο χωριό.



























