Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parc
01
πάρκο, δημόσιος χώρος πρασίνου
grand espace vert public où les gens peuvent se promener, se détendre ou faire du sport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parcs
Παραδείγματα
Les enfants jouent dans le parc près de la maison.
Τα παιδιά παίζουν στο πάρκο κοντά στο σπίτι.
02
παιδικός χώρος, ασφαλής περιοχή παιχνιδιού
espace clos avec des barrières où les jeunes enfants peuvent jouer en sécurité
Παραδείγματα
Le bébé joue dans son parc dans le salon.
Το μωρό παίζει στο πάρκο του στο σαλόνι.



























