Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mener
01
οδηγώ, καθοδηγώ
diriger une personne ou un groupe vers un lieu ou dans une direction précise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mène
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
menons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mènerai
ενεστώτα μετοχή
menant
παθητική μετοχή
mené
α΄ πληθυντικό παρατατικού
menions
Παραδείγματα
Il mène ses amis au musée.
Οδηγεί τους φίλους του στο μουσείο.
02
οδηγώ, φέρνω
conduire ou arriver à un endroit, ou entraîner un effet, une conséquence
Παραδείγματα
Ce chemin mène à la plage.
Αυτό το μονοπάτι οδηγεί στην παραλία.
03
πραγματοποιώ, εκτελώ
accomplir ou faire une tâche, une activité ou un projet
Παραδείγματα
Elle mène une discussion animée.
Διευθύνει μια ζωντανή συζήτηση.
04
προηγείται, έχει υψηλότερο σκορ
être devant dans une compétition ou un match, avoir le score supérieur
Παραδείγματα
L'équipe mène 2 à 0 à la mi-temps.
Η ομάδα προηγείται 2-0 στο ημίχρονο.
05
σχεδιάζω, τραβώ γραμμή
dessiner ou tracer une ligne, un segment, une figure géométrique
Παραδείγματα
L'élève mène un segment entre deux points.
Ο μαθητής σχεδιάζει ένα τμήμα μεταξύ δύο σημείων.



























