menacer
Pronunciation
/mənase/

Ορισμός και σημασία του "menacer"στα γαλλικά

menacer
01

απειλώ, εκφοβίζω

faire savoir à quelqu'un qu'on pourrait lui nuire ou lui causer un problème
menacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
menace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
menaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
menacerai
ενεστώτα μετοχή
menaçant
παθητική μετοχή
menacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
menacions
Παραδείγματα
Il a menacé de quitter son travail si ses conditions n' étaient pas respectées.
Απείλησε να παραιτηθεί από τη δουλειά του αν δεν τηρηθούν οι όροι του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store