Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
menacer
01
απειλώ, εκφοβίζω
faire savoir à quelqu'un qu'on pourrait lui nuire ou lui causer un problème
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
menace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
menaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
menacerai
ενεστώτα μετοχή
menaçant
παθητική μετοχή
menacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
menacions
Παραδείγματα
Il a menacé de révéler le secret.
Απείλησε να αποκαλύψει το μυστικό.



























