menacer
me
na
na
na
cer
se
se

Ορισμός και σημασία του "menacer"στα γαλλικά

menacer
01

απειλώ, εκφοβίζω

faire savoir à quelqu'un qu'on pourrait lui nuire ou lui causer un problème 
menacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
menace
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
menaçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
menacerai
ενεστώτα μετοχή
menaçant
παθητική μετοχή
menacé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
menacions
Παραδείγματα
Il a menacé de révéler le secret. 

Απείλησε να αποκαλύψει το μυστικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store