Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débarquer
01
ξεφορτώνω, ξεβαρκώνω
faire sortir (quelqu'un ou quelque chose) d'un bateau, d'un avion ou d'un véhicule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débarquerai
ενεστώτα μετοχή
débarquant
παθητική μετοχή
débarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débarquions
Παραδείγματα
Les dockers débarquent les conteneurs du cargo.
Οι εργάτες αποβάθρας ξεφορτώνουν τα εμπορευματοκιβώτια από το φορτηγό πλοίο.
02
αποβιβάζομαι, κατεβαίνω
quitter un bateau, un avion, ou un véhicule
Παραδείγματα
Les passagers débarquent du navire.
Οι επιβάτες αποβιβάζονται από το πλοίο.
03
εμφανίζομαι, φτάνω ξαφνικά
arriver de manière inattendue ou soudaine
Παραδείγματα
Il a débarqué chez moi à minuit sans prévenir !
Εμφανίστηκε στο σπίτι μου τα μεσάνυχτα χωρίς προειδοποίηση.
04
να μην είμαι ενημερωμένος, να μην καταλαβαίνω την κατάσταση
ne pas être au courant, ne pas comprendre une situation
Παραδείγματα
Il a raté la réunion, il débarque complètement !
Έχασε τη συνάντηση, αποβιβάζεται εντελώς.



























