barquer
de
de
bar
bɑʁ
baar
quer
ke
ke
débusquerdébloquerdémarquer

Ορισμός και σημασία του "débarquer"στα γαλλικά

débarquer
01

ξεφορτώνω, ξεβαρκώνω

faire sortir (quelqu'un ou quelque chose) d'un bateau, d'un avion ou d'un véhicule 
débarquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débarquerai
ενεστώτα μετοχή
débarquant
παθητική μετοχή
débarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débarquions
Παραδείγματα
Les dockers débarquent les conteneurs du cargo. 

Οι εργάτες αποβάθρας ξεφορτώνουν τα εμπορευματοκιβώτια από το φορτηγό πλοίο.

02

αποβιβάζομαι, κατεβαίνω

quitter un bateau, un avion, ou un véhicule 
débarquer definition and meaning
Παραδείγματα
Les passagers débarquent du navire. 

Οι επιβάτες αποβιβάζονται από το πλοίο.

03

εμφανίζομαι, φτάνω ξαφνικά

arriver de manière inattendue ou soudaine 
débarquer definition and meaning
Παραδείγματα
Il a débarqué chez moi à minuit sans prévenir ! 

Εμφανίστηκε στο σπίτι μου τα μεσάνυχτα χωρίς προειδοποίηση.

04

να μην είμαι ενημερωμένος, να μην καταλαβαίνω την κατάσταση

ne pas être au courant, ne pas comprendre une situation 
débarquer definition and meaning
Παραδείγματα
Il a raté la réunion, il débarque complètement ! 

Έχασε τη συνάντηση, αποβιβάζεται εντελώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store