Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débarquer
01
ξεφορτώνω, ξεβαρκώνω
faire sortir (quelqu'un ou quelque chose) d'un bateau, d'un avion ou d'un véhicule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débarquerai
ενεστώτα μετοχή
débarquant
παθητική μετοχή
débarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débarquions
Παραδείγματα
Les soldats ont débarqué les armes du navire.
Οι στρατιώτες ξεφόρτωσαν τα όπλα από το πλοίο.
02
αποβιβάζομαι, κατεβαίνω
quitter un bateau, un avion, ou un véhicule
Παραδείγματα
Les soldats ont débarqué du navire de guerre.
Οι στρατιώτες αποβιβάστηκαν από το πολεμικό πλοίο.
03
εμφανίζομαι, φτάνω ξαφνικά
arriver de manière inattendue ou soudaine
Παραδείγματα
Pourquoi tu débarques toujours à l' improviste ?
Γιατί πάντα εμφανίζεσαι ξαφνικά;
04
να μην είμαι ενημερωμένος, να μην καταλαβαίνω την κατάσταση
ne pas être au courant, ne pas comprendre une situation
Παραδείγματα
Ne lui demande pas, il débarque sur ce sujet.
Μην τον ρωτάς, προσγειώνεται σε αυτό το θέμα.



























