Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débloquer
01
απελευθερώνω, ξεκλειδώνω
permettre à quelqu'un ou quelque chose de redevenir libre ou accessible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débloque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débloquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débloquerai
ενεστώτα μετοχή
débloquant
παθητική μετοχή
débloqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débloquions
Παραδείγματα
Il faut débloquer les fichiers pour que tout le monde puisse y accéder.
Πρέπει να ξεκλειδώσετε τα αρχεία για να έχουν όλοι πρόσβαση σε αυτά.
02
τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου
perdre la raison ou devenir fou, agir de manière irrationnelle
Παραδείγματα
Il a débloqué en entendant cette nouvelle absurde.
Έχασε τα λογικά του ακούγοντας αυτή την παράλογη είδηση.
03
ξεκλειδώνω, επιλύω
résoudre un problème ou permettre à quelque chose de fonctionner
Παραδείγματα
Il faut débloquer ce fichier pour pouvoir le modifier.
Πρέπει να ξεκλειδώσετε αυτό το αρχείο για να μπορέσετε να το επεξεργαστείτε.
04
ξεμπλοκάρω, αφαιρώ τον αποκλεισμό
lever la restriction empêchant quelqu'un de voir ou interagir avec ton profil ou contenu en ligne
Παραδείγματα
Les comptes débloqués peuvent envoyer des messages privés.
Οι ξεκλειδωμένοι λογαριασμοί μπορούν να στέλνουν ιδιωτικά μηνύματα.



























