le déambulateur
déambulateur
deɑ̃bylatœʁ
deaabylatoer

Ορισμός και σημασία του "déambulateur"στα γαλλικά

Le déambulateur
01

βοηθητικό για το περπάτημα, περπατητήρι

appareil d'assistance à la marche, généralement pour les personnes âgées ou en rééducation 
le déambulateur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déambulateurs
Παραδείγματα
Le patient utilise un déambulateur pour se déplacer en toute sécurité. 

Ο ασθενής χρησιμοποιεί ένα περπατητήρι για να κινείται με ασφάλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store