Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débloquer
01
απελευθερώνω, ξεκλειδώνω
permettre à quelqu'un ou quelque chose de redevenir libre ou accessible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
débloque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débloquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
débloquerai
ενεστώτα μετοχή
débloquant
παθητική μετοχή
débloqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débloquions
Παραδείγματα
Le gardien a débloqué la porte pour les visiteurs.
Ο φύλακας ξεκλείδωσε την πόρτα για τους επισκέπτες.
02
τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου
perdre la raison ou devenir fou, agir de manière irrationnelle
Παραδείγματα
Il a complètement débloqué quand il a vu la facture.
Έχασε τελείως τα λογικά του όταν είδε τον λογαριασμό.
03
ξεκλειδώνω, επιλύω
résoudre un problème ou permettre à quelque chose de fonctionner
Παραδείγματα
Le technicien a débloqué l'ordinateur.
Ο τεχνικός ξεκλείδωσε τον υπολογιστή.
04
ξεμπλοκάρω, αφαιρώ τον αποκλεισμό
lever la restriction empêchant quelqu'un de voir ou interagir avec ton profil ou contenu en ligne
Παραδείγματα
Elle a débloqué son ami sur Facebook.
Αυτή ξέμπλοκαρε τον φίλο της στο Facebook.



























